πίεση

πίεση
Φυσικό μέγεθος με το οποίο υποδηλώνεται η δύναμη που ασκείται σε κάθε μονάδα επιφάνειας· η π. έτσι ορίζεται με το πηλίκον της δύναμης που δρα κάθετα και ομοιόμορφα σε μια επιφάνεια, δια του εμβαδού αυτής της επιφάνειας: και εκφράζεται, ανάλογα με τη φύση του προβλήματος και των χρησιμοποιούμενων μονάδων μέτρησης, σε νιούτον/m2, σε χιλιόγραμμα βάρους/m2, σε ατμόσφαιρες, σε μπαρ και σε χιλιοστά ύψους υδραργυρικής στήλης (mmHg ή Τορ)· οι τρεις τελευταίες μονάδες χρησιμοποιούνται για πιέσεις που ασκούνται από ρευστά και ιδιαίτερα για την ατμοσφαιρική πίεση. Κάθε τάση που έχει το χαρακτήρα μιας π., δηλαδή μιας δράσης συμπίεσης, που επενεργεί πάντοτε κάθετα προς μια δεδομένη επιφάνεια και ανεξάρτητα προς τον προσανατολισμό της επιφάνειας. Όσον αφορά στην π. που ασκείται από τα στερεά, μεγάλη πρακτική σημασία έχουν οι τάσεις συμπίεσης, στις οποίες υπόκεινται οι κατασκευές όταν υποβάλλονται σε φορτίο. Μια ιδιαίτερη εφαρμογή της π., που ασκείται από τα στερεά, με μορφή και διαστάσεις καταλλήλες, έχουμε κατά τον προσδιορισμό της αντοχής των υλικών. Πίεση των ρευστών. Θεμελιώδη σημασία έχει η μελέτη της π. των ρευστών. Βασικό χαρακτηριστικό της π. των μη ιξωδών ρευστών είναι ότι αυτή έχει την ίδια τιμή προς όλες τις διευθύνσεις. Αν το ρευστό βρίσκεται σε ηρεμία και δεν υπόκειται σε εξωτερικές ελαστικές π., η π. σε ένα δεδομένο σημείο (στατική π.) δίδεται από το ύψος της στήλης του υπερκείμενου ρευστού επί το ειδικό βάρος του (νόμος του Στέβιν). Σε ένα ρευστό που βρίσκεται σε κίνηση, η π. σε κάθε σημείο του δίνεται από μια ολική π. που είναι το άθροισμα της στατικής και της δυναμικής π., η οποία οφείλεται στην κίνηση του ρευστού και η οποία ορίζεται από τη σχέση: , όπου ρ η πυκνότητα του ρευστού και ν η ταχύτης του στο θεωρούμενο σημείο. Συνεπώς η ολική π. θα εκφράζεται δια της σχέσης: Η π. των αερίων βρίσκει συναφή ερμηνεία στο κεφάλαιο της κινητικής θεωρίας των αερίων και δίνεται απο τη σχεση όπου n ο αριθμός των μορίων ανά μονάδα όγκου, m η μάζα ενός μορίου και ν η μέση ταχύτητα των διάφορων μορίων (δηλαδή είναι η μέση κινητική ενέργεια ενός μορίου). Κατά τρόπο ανάλογο ερμηνεύεται η ωσμωτική π. ατμοσφαιρική πίεση. Στα κλασικά πειράματα του Τοριτσέλι οφείλεται η απόδειξη της ύπαρξης ατμοσφαιρικής π., καθώς επίσης και της πρώτης με ακρίβεια μέτρησής της, χάρη σε μια κατάλληλη πειραματική διάταξη. Ως συμβατική τιμή της ατμοσφαιρικής π. στη στάθμη της θάλασσας λαμβάνεται εκείνη που ισούται με το βάρος μιας στήλης υδραργύρου τομής 1cm2 και ύψους 760 χλστ. · η τιμή αυτή λαμβάνεται ως μονάδα μέτρησης της ατμοσφαιρικής π. και ονομάζεταιφυσική ατμόσφαιρα. Επειδή το ειδικό βάρος του υδραργύρου είναι 13,596 gr/cm3, έπεται ότι η π. μιας ατμόσφαιρας ισοδυναμεί προς 1033 gr/cm2. Η φυσική ατμόσφαιρα υποδιαιρείται σε 760 μονάδες, που λέγονται χιλιοστά υδραργύρου (mmHg) ή Τορ (από το όνομα του Ιταλού φυσικού Τοριτσέλι), με ευρύτατη πρακτική χρήση. Πράγματι, δεν λέμε ότι σε μια δεδομένη περιοχή η π. είναι π.χ. 0,98 ατμόσφαιρες, αλλά ότι είναι 745 χλστ. ύψους υδραργυρικής στήλης ή απλώς 745 χιλιοστά υδραργύρου. Η ατμοσφαιρική π. ελαττώνεται με την αύξηση του ύψους –όπως αποδείχτηκε κατά τρόπο σαφή από ένα ονομαστό πείραμα του Πασκάλ– και αυτό το γεγονός εκμεταλλευόμαστε, για υψομετρικές μετρήσεις, μικρής όμως ακριβείας, με τη βοήθεια του βαρομέτρου. Μεγάλη σημασία έχει η συσχέτιση μεταξύ των ενδείξεων της ατμοσφαιρικής π. και των άλλων μετεωρολογικών στοιχείων. Αν και πρέπει να θεωρείται πολύ αυθαίρετη και μη ανταποκρινόμενη προς την πραγματικότητα, η συσχέτιση μεταξύ υψηλής ατμοσφαιρικής π. και ωραίου καιρού ή χαμηλής π. και άσχημου καιρού, παρ’ όλα αυτά παραμένει το γεγονός, ότι οι διαφορές της π. μεταξύ διάφορων περιοχών προκαλούν μετατοπίσεις αέριων μαζών από ζώνες με υψηλή π., σε ζώνες με χαμηλή π., μετατοπίσεις που είναι αιτία βαθιών μεταβολών των μετεωρολογικών καταστάσεων. πίεση αρτηριακή. Η δύναμη που ασκείται στα τοιχώματα των αρτηριών από το αίμα που κυκλοφορεί. Η π. εξαρτάται από τη δύναμη με την οποία συσπάται η καρδιά, από την ποσότητα του αίματος που ρέει στο κυκλοφορικό σύστημα, από την ελαστικότητα των αρτηριακών τοιχωμάτων, από το ιξώδες του αίματος, από τις αντιστάσεις που παρεμβάλλονται στην προώθηση του αίματος προς την περιφέρεια. Διακρίνεται σε συστολική πίεση (μέγιστη πίεση) που σημειώνεται όταν συστέλλεται η καρδιά και εισάγει στην κυκλοφορία νέα ποσότητα αίματος, και σε διαστολική πίεση (ελάχιστηπίεση), που επικρατεί στο μεσοδιάστημα δύο συστολών της καρδιάς· η διαφορά μεταξύ συστολικής και διαστολικής ονομάζεται διαφορική πίεση. Η αρτηριακή πίεση μετράται συνήθως με το σφυγμομανόμετρο. Οι τιμές της μεγίστης πίεσης κυμαίνονται στον ενήλικο μεταξύ 110 και 150 mm υδραργύρου, ανάλογα με την ηλικία, το φύλο και πολυάριθμες φυσιολογικές συνθήκες· η ελάχιστη πίεση ποικίλλει από 60 μέχρι 90 mm υδράργυρου. Το ύψος της πίεσης ρυθμίζεται φυσιολογικά από νευρικά ερεθίσματα του υποθάλαμου και του προμήκους, που δρουν τόσο απευθείας επί του τόνου των μυικών ινών των αγγείων και επί της καρδιάς, όσο και έμμεσα με ορμονικές ουσίες, όπως η αδρεναλίνη και άλλες. Οι διαταραχές της πίεσης διακρίνονται σε υπέρταση και υπόταση· και οι δύο μπορεί να είναι απλώς συμπτώματα διάφορων νοσημάτων ή ιδιοπαθείς. Η υπέρταση είναι συχνά η αιτία εκδήλωσης καρδιοκυκλοφορικής ανεπαρκείας, αρτηριοσκλήρυνσης με διαταραχές της αιμάτωσης του εγκεφάλου και νεφρική ανεπάρκεια, ώστε να αποτελεί αιτία θανάτου· μπορεί όμως να είναι και δευτεροπαθής σε νεφρικές βλάβες φλεγμονώδους φύσης ή σε βλάβες ενδοκρινών αδένων, όπως η υπόφυση και τα επινεφρίδια (νόσος του Κούσινγκ, φαιοχρωμοκύττωμα κ.ά.)· στις περισσότερες περιπτώσεις συνοδεύει την αρτηριοσκλήρυνση εξαιτίας μειωμένης ελαστικότητας των αγγειακών τοιχωμάτων· μερικές φορές η αιτία παραμένει άγνωστη και η υπέρταση εξελίσσεται ταχύτατα με σοβαρές επιπτώσεις (κακοήθης, υπέρταση), ενώ σε άλλους η πρόγνωση είναι λιγότερο κακή, επειδή οι επιπλοκές εμφανίζονται αργά. Υπάρχει και μια μορφή ιδιοπαθούς υπότασης, αλλά πρόκειται για νόσο μάλλον σπάνια· συχνότερα συναντώνται περιπτώσεις σοβαρής υπότασης σε οξεία μορφή σε καταστάσεις σοκ, κατάρρευσης σοβαρών αιμορραγιών και σε χρόνια μορφή στη νόσο του Άντισον. Το πείραμα του δημάρχου του Μαγδεμβούργου Ότο φον Γκουέρικε (1654), κατά το οποίο από μια συσκευή αποτελούμενη από δύο κοίλα μεταλλικά ημισφαίρια με χοντρά τοιχώματα, αφαιρέθηκε ο αέρας από το ένα ημισφαίριο και έκλεισε αεροστεγώς, κι έτσι η ατμοσφαιρική πίεση δεν αντισταθμιζόταν με την εσωτερική. Οκτώ ζεύγη αλόγων δεν μπόρεσαν να διαχωρίσουν τα 2 ημισφαίρια. Τα πειράματα του Περιέ (1648), ο οποίος μέτρησε την ατμοσφαιρική πίεση στους πρόποδες και μετά στη κορυφή ενός βουνού και συμπέρανε ότι η ατμ. Πίεση ελαττώνεται βαθμιαία όσο αυξάνει το ύψος.
* * *
η / πίεσις, -έσεως, ΝΜΑ, και πίεξις Α [πιέζω]
η ενέργεια τού πιέζω, σύνθλιψη, σύσφιγξη, σφίξιμο, πάτημα, ζούλημα
νεοελλ.
1. μτφ. α) ώθηση, παρότρυνση
β) εξαναγκασμός («στην κυβέρνηση ασκούνται από παντού ισχυρές πιέσεις»)
2. φυσ. φυσικό μέγεθος που ορίζεται ως το πηλίκον τής δύναμης που ασκείται κάθετα σε μια επιφάνεια δια τού εμβαδού τής επιφάνειας αυτής ή η τάση που αναπτύσσεται σε ορισμένο σημείο περιορισμένου σε κλειστό χώρο ρευστού
3. φρ. α) «ατμοσφαιρική πίεση»
φυσ. το βάρος με το οποίο η γήινη ατμόσφαιρα πιέζει κάθε μονάδα επιφάνειας τής Γης και που ισούται με ένα περίπου χιλιόγραμμο ανά τετραγωνικό εκατοστόμετρο
β) «αρτηριακή πίεση»
(φυσιολ.-ιατρ.) η πίεση που ασκείται στο τοίχωμα τών αρτηριών από το αίμα το οποίο κυκλοφορεί στο εσωτερικό τους και που δημιουργείται από τις συστολές τής καρδιάς, οι οποίες προωθούν το αίμα στις αρτηρίες, και από την αντίσταση που παρουσιάζουν αυτές στη ροή του
γ) «αεροστατική πίεση» ή «πίεση τών αερίων»
φυσ. η πίεση που ασκείται στα τοιχώματα τού δοχείου από το αέριο ή από τα αέρια που περιέχονται στο αντίστοιχο δοχείο
δ) «ενδοφθάλμια πίεση»
φυσιολ. η πίεση που επικρατεί στο εσωτερικό τού βολβού τού οφθαλμού και που, φυσιολογικά, είναι από 10 έως 20 χιλιοστόμετρα στήλης υδραργύρου
ε) «λιθοστατική πίεση»
φυσ. η αναπτυσσόμενη στο εσωτερικό ενός πετρώματος τάση υπό την επίδραση τών πετρωμάτων που τό περιβάλλουν
στ) «πίεση τού αίματος»
φυσιολ. η δύναμη που προέρχεται από τη λειτουργία τής καρδιάς και ασκείται από το αίμα στα τοιχώματα τών αιμοφόρων αγγείων
ζ) «υδροστατική πίεση»
φυσ. η πίεση ή τάση που ασκείται ομοιόμορφα και προς όλες τις κατευθύνσεις σε κάθε σημείο στο εσωτερικό ενός ρευστού, δηλαδή υγρού ή αερίου, περιορισμένου σε κλειστό χώρο και η οποία αποτελεί την μοναδική δυνατή τάση σε ρευστό που ηρεμεί
η) «φλεβική πίεση»
φυσιολ. η δύναμη που ασκείται στο τοίχωμα τών φλεβών από το αίμα το οποίο βρίσκεται στο εσωτερικό τους, δύναμη που δεν επηρεάζεται από τις συστολές τής καρδιάς και είναι λίγο μεγαλύτερη από την ατμοσφαιρική πίεση στις φλέβες οι οποίες βρίσκονται κοντά στην καρδιά.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • πίεση — η 1. η πράξη του πιέζω, κατάσταση: Πίεση ατμοσφαιρική, υδροστατική, αρτηριακή. 2. μτφ., εξαναγκασμός, ενόχληση, ζόρισμα: Ασκείται πίεση στους μάρτυρες να μην πουν την αλήθεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πιέσῃ — πιέσηι , πίεσις squeezing fem dat sg (epic) πιέζω Ep.. aor subj mid 2nd sg πιέζω Ep.. aor subj act 3rd sg πιέζω Ep.. fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαστολική πίεση — Πίεση του αίματος που μετριέται μεταξύ των χτύπων της καρδιάς, στη διάρκεια της περιόδου ανάπαυσης του μυοκαρδίου …   Dictionary of Greek

  • αερίων, πίεση — Οι δυνάμεις που εξασκεί ένα αέριο στα τοιχώματα του δοχείου που το περιέχει. Η πίεση αυτή προκαλείται από τις κρούσεις των μορίων του αερίου πάνω στα τοιχώματα του δοχείου και γι’ αυτό δεν πρέπει να θεωρείται ως στατική αλλά ως δυναμική πίεση.… …   Dictionary of Greek

  • αέριο — Σώμα σε κατάσταση τέτοια που δεν χαρακτηρίζεται ούτε από το σχήμα ούτε από τον όγκο του και αυτό οφείλεται στη σχεδόν πλήρη ελευθερία κίνησης των συστατικών σωματιδίων του και των σχετικά μεγάλων αποστάσεων μεταξύ τους. Η ύπαρξη χώρου μεταξύ των… …   Dictionary of Greek

  • υδροστατική — (ή στατική των υγρών). Είναι η μελέτη των μηχανικών ιδιοτήτων των υγρών σε ήρεμη κατάσταση. Η γνώση των νόμων της υδροστατικής ανάγεται στην αρχαιότητα· ο Αρχιμήδης (287 212 π.Χ.) μελέτησε κατά τρόπο συστηματικό την υδροστατική. Ο Πασκάλ και ο… …   Dictionary of Greek

  • βαρόμετρο — Όργανο για τη μέτρηση της ατμοσφαιρικής πίεσης. Το πρώτο β. το επινόησε ο Ιταλός Τοριτσέλι, στην προσπάθειά του να εξηγήσει γιατί οι αναρροφητικές αντλίες δεν μπορούν να ανεβάσουν το νερό πάνω από ένα ορισμένο ύψος. Το υδραργυρικό β. του… …   Dictionary of Greek

  • αγωγός — Το υλικό σώμα που διευκολύνει τη ροή ενός ρευστού ή τη διοχέτευση ενέργειας (βλ. λ. αγωγιμότητα, ηλεκτρισμός, ρευστό, ροή, υδραυλική).α. αναρρόφησης.Στοιχείο της αντλίας (βλ. λ.).α. ηλεκτρικός.Το υλικό σώμα μέσα στο οποίο κινούνται τα ηλεκτρικά… …   Dictionary of Greek

  • αναπνοή — Γενική βιολογική διαδικασία με την οποία οι ζώντες οργανισμοί παίρνουν από το περιβάλλον οξυγόνο και αποδίδουν διοξείδιο του άνθρακα. Το οξυγόνο είναι απαραίτητο στις οξειδωτικές εξεργασίες που βρίσκονται στη βάση όλων των εκδηλώσεων της ζωής,… …   Dictionary of Greek

  • πετρέλαιο — Μείγμα πολυάριθμων υδρογονανθράκων, όλων σχεδόν των χημικών σειρών, που περιέχει και μικρές ποσότητες οξυγονούχων, αζωτούχων και θειούχων προϊόντων. Πετρέλαια θεωρούνται και τα ορυκτέλαια που εξάγονται από μεταλλευτικά κοιτάσματα, εκείνα που… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”